διακονήτρια διᾱκονία διακονίζω διακονικός διάκονιν· διακονίομαι διακόνιον διακονίς διακόνισσα διακονιστής διάκονος διακοντίζω διακοντισία διακοντισμός διακόντωσις διακοπή Διακοπηνή διάκοπον διάκοπος διάκοπρος διακοπτέον διακοπτικός διακόπτω διακόρευσις διακορεία διακορεύω διακορέω διακορής διακόρησις διακορίζω διακορκορῠγέω διακορία διάκορος Διακός διακοσιάκις διακοσιαπεντήκοντα διακοσιάπρωτοι διακοσιαστός διακοσιόδραχμος διᾱκόσιοι διακοσιοκαιτετταρακοντάχους διακοσιοντάκις διακοσιοντάχους διακοσιοστοπεντηκοστόεκτος διακοσιοστός διακοσιοστοτεσσαρακοστοτρίτος διακοσκινεύω διακοσμέω διακόσμησις διακοσμήτειρα διακοσμητής διακοσμητικός διακόσμιος διάκοσμος διακοσσ- διακουράζομαι διακουστής διάκουστος διακουφίζω διακούω διάκοψις διακραδαίνω διακράζω διακραῖος διακρᾱνάω διακρανόω διακρατέω διακράτημα διακράτησις διακρατητέον διακρατητικός