ἔγκρυμμα, -ματος, τό


I milit.

1 emboscada, asechanza ἐνέπεσον εἰς ἐγκρύμματα Polyaen.6.38.10, glos. a ἐνέδρα Hsch., λόχος δὲ καὶ ἡ ἔνεδρα τὸ ἔ. καλεῖται Tz.H.12.514, cf. Eust.727.5, 932.18
fig. Eus.VC 1.38.4, Mac.Aeg.Serm.B 8.1.1.

2 neutr. plu. subst. τὰ ἐ. tropas ocultas de reserva Onas.22 tít.

II reunión secreta, asamblea clandestina τὰ τῶν ἑτεροδόξων ἐγκρύμματα βασιλικῷ προστάγματι διελύετο Eus.VC 3.66.1.