ἑναδικός, -ή, -όν


1 relativo a la unidad ἑ. διάπυρος κύβος Theol.Ar.7, cf. Procl.in Prm.1051
subst. τὸ ἑ. la unidad τὸ ἑ. ... τῆς πατρικῆς θεότητος ref. la Trinidad, Didym.Trin.1.15.60.

2 adv. -ῶς unitariamente ὡς ὅλα καὶ ὡς μέρη, καὶ ἑ. καὶ εἰδητικῶς Procl.in Prm.805.