ἐμφερής, -ές
• Morfología: [ac. fem. ἐμφέρη<ν> Sapph.132.2, plu. neutr. no contr. ἐμφερέα Hdt.2.92]


1 semejante, parecido c. dif. regímenes:

a) sólo c. dat. del segundo término de la comparación χρυσίοισι ἀνθέμοισιν ἐμφέρη<ν> ἔχοισα μόρφαν Sapph.132.2, βροτείοις ἐμφερεῖς μορφώμασιν A.Eu.412, κρίνεα ῥόδοισι ἐμφερέα Hdt.2.92, τις ἐ. ἐμοί S.Ai.1153, cf. Ar.Nu.502, X.Cyr.5.5.31, Moschio Trag.6.4, δίαιτα ... αὐτὴ ἑωυτῇ ἐ. αἰεί Hp.Acut.28, cf. Str.3.2.4, ἱστίοις Ph.2.149, τῷ ἀμώμῳ Dsc.1.15.2, cf. 3.15.1, D.S.20.41, D.H.Dem.40.8, Paus.8.4.7, Eus.PE 2.6.18, PLeid.X.46, Procop.Aed.1.2.7, en compar. y sup. Λιβυστικαῖς ... ἐμφερέστεραι γυναιξίν ἐστε κοὐδαμῶς ἐγχωρίαις A.Supp.279, τοῖσι τῆς νυκτερίδος πτεροῖσι μάλιστα κῃ ἐμφερέστατα Hdt.2.76, c. el dat. impl. τὴν πίτταν ἐμφερεστέραν τῆς πίτυος Thphr.HP 3.9.4, ἐμφερέστερον γὰρ οὐδὲν γηγενὲς ἀνθρώπου Θεῷ nada nacido es más semejante a Dios que el hombre Ph.1.15, ἐμφερέστερον εἶναι Πλάτωνα Ὁμήρῳ μᾶλλον ἢ Σωκράτει Max.Tyr.26.3;

b) c. dat. del segundo término y diversos referentes: c. ac. de rel. (ἴβις) πρόσωπον ἐ. τῇ ἑτέρῃ Hdt.2.76, ἐμφερῆ τῷ κηρῷ τὴν σκληρότητα Arist.HA 626a6, ἐ. τὴν μορφὴν ... τῷ τοῦ σησάμου λοβῷ Thphr.HP 3.18.13, cf. Str.17.3.19, I.AI 3.28, 8.177, Plu.Per.7.1, Gal.1.624, en sup. τὴν δίαιταν σφηξὶν ἐμφερεστάτους Ar.V.1103
c. dat. limitativo αἱ ἡλικίαι τῇσιν ὥρῃσιν ἐμφερέες εἰσὶ ... τρόπῳ en cuanto al carácter, las edades son semejantes a las estaciones Hp.Hum.19, ἐμφερὲς τῇ στενότητι τῶν φύλλων τοῖς τοῦ κρίνου Thphr.HP 4.8.9, τῷ τύπῳ τοῖς κύρτοις ἐμφερές D.S.3.37, (Ἀκυϊτανοί) τοῖς σώμασιν ἐμφερεῖς Ἴβηρσι μᾶλλον ἢ Γαλάταις Str.4.1.1, cf. Sor.1.19.10
c. constr. prep. ἐμφερὴς μὲν (ἐκείνῃ) κατὰ τὸ σύμπαν D.H.20.2;

c) abs. semejante, del mismo tipo u orden ἡ γλῶσσα ἐ. ἐστι ἀλλήλοισι unos y otros tienen la misma lengua Hdt.2.105, c. subst. plu. o varios subst. coordinados ἄνισόν ἐστι ... παρὰ τὴν ἡλικίαν ... καὶ παρ' ἄλλας ἐμφερεῖς ἐξαλλαγάς Sor.1.6.65, ὑπαρκτὴ τέχνη ... οἷον ἰατρικὴ μὲν ... κιθαριστικὴ δὲ ... καὶ πᾶσαι αἱ ἐμφερεῖς S.E.M.11.188, πᾶσαι μὲν εἰκόνες, οὐ πᾶσαι δὲ ἐμφερεῖς Clem.Al.Prot.12.120, ἐμφερεῖς φησιν εἶναι μελάνουρον καὶ κορακῖνον Ath.308d;

d) neutr. como adv. de forma semejante ὑμᾶς ὁρῶ πονοῦντας ἡμῖν ἐμφερῆ Men.Cith.fr.1.7, en sup. ἀνέχασκον εἷς ἕκαστος ἐμφερέστατα ὀπτωμέναις κόγχαισιν ἐπὶ τῶν ἀνθράκων Ar.Fr.67.

2 adv. -ῶς de forma semejante a c. dat. ταῖς ... χορδαῖς ἐ. ἠχεῖ Aristid.Quint.79.9, cf. D.L.6.103, Clem.Al.Strom.2.20.112
ἐ. ἔχειν ser semejante ὁ Βυξεντῖνος ἐ. ἔχει τῷ Ἀλβανῷ el (vino) bujentino es semejante al albano Ath.27a, τὰ ἔργα ἐ. ἔχει πρὸς ἄλληλα Them.Or.27.338d.