ἐλλός, -ή, -όν


1 mudo, silencioso ἰχθύες Titanomach.4, S.Ai.1297, cf. Hsch.

2 ἐλλόν· ἀγαθόν. γλαυκόν. χαροπόν. ἐνθαλάττιον. ταχύ ... ὑγρόν Hsch.

ἐλλός, -οῦ, ὁ
• Grafía: graf. ἑλλ- Ant.Lib.28.3, Eust.1863.40, Gloss.3.241


1 cervatillo ἐν προτέροισι πόδεσσι κύων ἔχε ποικίλον ἐλλόν Od.19.228, cf. Ant.Lib.l.c., Hsch.s.u. ἐλλόν, Eust.l.c.

2 cabrito, Gloss.l.c.
• Etimología: V. ἔλαφος.