ἐκφοβέω


1 asustar, aterrorizar, espantar c. ac. φρένας A.Pers.606, τὰς ἄλλας πόλεις Isoc.15.121, τοὺς ἐρρωμενεστέρους τῶν ἀνθρώπων Pl.Grg.483c, cf. Lib.Ep.46.4, τὸν Ἡρώδην I.BI 1.492, Διὸς τὴν Ἀθηνᾶν ἐκφοβήσαντος Eust.1969.63, ἡμᾶς Isoc.4.139, Babr.26.11, SB 4284.10 (III d.C.), αὐτούς Plb.14.10.3, D.C.46.44.3, cf. Lib.Ep.1347.3, ἐ. τινὰ ἐκ δεμνίων levantar a uno asustado de la cama E.Or.312, c. dos ac. ὅπερ οἱ Ἐγεσταῖοι μάλιστα ἡμᾶς ἐκφοβοῦσιν Th.6.11, c. dat. instrum. εἴ μ' ἐκφοβοῖεν μανιάσιν λυσσήμασιν E.Or.270, c. διά y gen. ὑμᾶς διὰ τῶν ἐπιστολῶν 2Ep.Cor.10.9, abs. τὸ μέλλον ἐκφοβεῖ καθ' ἡμέραν E.Fr.135, en v. pas. ποίας ... γυναικὸς ἐκφοβεῖσθ' ὕπερ; ¿por qué mujer estáis asustados? S.OT 989, cf. E.Andr.962, ὑπὸ Συρακουσίων ἐκφοβήσεσθαι τοὺς Ἀθηναίους Sch.Th.7.21, οἱ ... ἐκφοβηθέντες Aen.Tact.4.3, ἀπόλλυνται οἱ ἐκφοβούμενοι Steph.in Hp.Progn.228.11, cf. Eust.1334.23
abs. producir temor, atemorizar τὸ μέλλον ἐκφοβεῖ καθ' ἡμέραν E.Fr.135, ἐπαναστάσεις ... ἰσχυρῶς ἐκφοβήσασαι D.C.80.3.1.

2 en v. med. y med.-pas. sentir miedo, temer c. ac. Ἐρινὺν οὔτιν' ἐκφοβουμένη sin miedo a ninguna Erinis S.El.276
c. complet. μηκέτ' ἐκφοβοῦ μητρῷον ὥς σε λῆμ' ἀτιμάσει ποτέ no temas que la arrogancia materna te deshonre S.El.1426
c. part. μὴ ἐκφοβηθῇ τὸ εἴδωλον ὁρῶσα Sch.E.Hec.52.