ἐγκηδεύω
• Grafía: inscr. graf. ἐνκ-


sepultar αὐτόν I.AI 9.104, en disposiciones funerar. μηδενὸς ἑτέρου ἔχοντος ἐξουσίαν ἐνκηδεῦσαί τινα SEG 39.1404 (Licia, imper.), cf. CRIA 176.4 (Sebastópolis, imper.), en v. pas. γέρων ... καὶ γυνὴ ... καὶ ἑπτὰ παῖδες ἐγκεκήδευνται LXX 4Ma.17.9, οὐδεὶς δὲ ἕξει ἐξου[σίαν] ἐκθάψαι τοὺς ἐνκεκηδευ[μέ]νους AJA 100.1996.26 (Caria III d.C.), cf. SEG 31.1304 (Licia, imper.), MAMA 6.58a (Frigia II/III d.C.).