ἀψεγής, -ές


1 irreprochable, intachable, que no causa daño τέρας ἀψεγές S.El.496.

2 adv. -έως sin tacha, irreprochablemente κεῖνα θύραζε ἀψεγέως μέσσῃσιν ἐνὶ ῥέζουσιν ἀγυιαῖς A.R.2.1022.