ἀφευδής, -ές


I 1que no miente, veraz, verídico de pers. y dioses Νηρέα δ' ἀψευδέα ... γείνατο Πόντος Hes.Th.233, Ζεὺς ἐν θεοῖσι μάντις ἀψευδέστατος Archil.66, cf. Cratin.505, μάντις ἀ. τὸ πρίν de Apolo, A.Ch.559, κἀγὼ τὸ Φοίβου θεῖον ἀψευδὲς στόμα ἤλπιζον εἶναι A.Fr.350.5, ὁ ἀ. θεός Ep.Tit.1.2
οἱ Ἀψευδεῖς los que no mienten tít. de una obra de Teleclides, Telecl.10-13
de orác. y afines μαντήιον ἀψευδές Hdt.1.49, 2.152, ἀψευδεῖ τέχνῃ de un adivino, A.Th.26
neutr. como adv. sin mentir, verazmente λέγοντες ἀψευδέστατα ἐροῦμεν Ph.1.34.

2 de abstr. libre de engaño, de fraude ἦθος ἀψευδές E.Supp.869, cf. D.20.13, σαφεῖ τε καὶ ἀψευδεῖ ... πράγματι de la τέχνη del δημιουργός Pl.Lg.921b, λείψανον τῆς ἀψευδοῦς ὡραιότητος resto de su frescura natural Hld.2.1.3, fig. ἀψευδεῖ δὲ πρὸς ἄκμονι χάλκευε γλῶσσαν Pi.P.1.86
neutr. subst. τὸ ἀ. lo cierto, lo verdadero πατὴρ δὲ τὸ μὲν δοκεῖν προφήτης τὸ δὲ ἀ. Ἑρμῆς de Homero, Hld.3.14.2.

3 que no se engaña, que no se equivoca, exento de error ἀψευδὴς ὢν καὶ μὴ πταίων τῇ διανοίᾳ Pl.Tht.160d, μάρτυς ἀ. Ph.2.341.

II subst. ἡ ἀ. bot. cicuta Ps.Dsc.4.78.

III adv. -ῶς, -έως

1 verdaderamente, en verdad πρὸς τοὺς ἀψευδέως ἀρίστους ἀνθρώπων Hdt.9.58, cf. Ph.1.19.

2 sin error, sin equivocación ἀψευδῶς περιλαβεῖν de conceptos y definiciones, Iambl.Myst.2.2.