ἀσυρής, -ές


I 1sucio subst. τἀσυρ basura, IG 13.2.11 (Maratón VI/V a.C.).

2 fig. deshonesto, impuro ἄνθρωπος Plb.4.4.5, βίος Plb.18.55.7, λοιδορία Plb.38.20.6, ἀπαιδευσία LXX Si.23.13, cf. ἀσυρές· βδελυρόν. προπετές Hsch.

II adv. -ῶς de manera sucia, indigna θεὶς ἀ. Phld.Rh.1.348, ἀ. καὶ φορτικῶς Ath.220d.
• Etimología: Adj. deriv. de σύρω q.u., c. ἀ- aumentativa.