ἀρυτήρ, -ῆρος, ὁ


1 cazo ἐπιχέας ὕδωρ ἀνάχει ἀρυτῆρι ῥαγδαίως Dsc.2.74.

2 prob. riego ἐμίσθωσεν ... εἰς τὸν ἀρυτῆρα τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους τὰς ἀρού[ρας ... PLond.inéd.2210 (I a.C.).