ἀπόστοργος, -ον


1 hostil de anim. μὴ τυγχάνοντα θεραπείας ... ἀπόστοργα γίνεται Plu.2.491c, cf. Hsch.

2 adv. -ως sin amor ἔχειν Lib.Decl.51.13.