ἀπροσεκτέω


ser negligente, descuidado ὧν ἐνεργουσῶν σὺν σφοδρότητι ἀπροσεκτεῖν ἑαυτῇ συμβαίνει τὴν λογικήν ... Eustr.in APo.258.6, ταῖς ἀπροσεκτούσαις ψυχαῖς Origenes M.12.1160A, ἡμάρτηται δὲ τῷ κομικῷ ἀπροσεκτήσαντι Tz.Comm.Ar.3.902.12.