ἀνάκειμα, -ματος, τό


ofrenda μὴ προσέχειν τοῖς ἐπιγείοις κἂν θεῷ ἀνάκειμα ᾖ Thdr.Heracl. en Catenae in Eu.Matt.et Marci (J.Cramer, Oxford 1840 p.196.9).