ἀνηκουστία, -ας, ἡ
• Alolema(s): jón. ἀνηκουστίη Hp.Morb.3.4


1 sordera αὐτὸν ἐπιλαμβάνει ἀνηκουστίη Hp.l.c.

2 desatención τῶν πέλας Pl.Lg.671b, τοῦ λέγοντος Pl.Lg.782e
desobediencia διδασκάλων Plu.2.12b, ἵνα τὸ τῆς ἀνηκουστίας τίμημα ἀπολάβῃς D.C.35.2.