ἀκόρεστος, -ον


I 1insaciable de pers. αἰχμῆς ἀ. insaciable de batallas A.Pers.999, ἀ. θεατής Ach.Tat.5.1.4, de cosas y abstractos αὐάτα Lyr.Adesp.55, φρόνημα ψυχά τ' ἀκόρεστος E.Heracl.927, ὑγιείας ἀκόρεστον τέρμα A.A.1002, ἐπιθυμία Ph.2.377, Eus.Mynd.1, αἴσθησις Ph.1.488, αἱ γαστρὸς ἡδοναί Ph.1.116, πόθος 1Ep.Clem.2.2.

2 que no cesa, interminable οἰζύς A.A.756, οἰμωγά S.El.123, γόοι A.Pers.545, νείκη E.Med.638, ὀργαί Cratin.248.

II que no produce hartazgo τὸ μὲν εὖ πράσσειν ἀκόρεστον ἔφυ πᾶσι βροτοῖσιν A.A.1331, φιλία X.Smp.8.15, ποθεινὸν γὰρ ἀεὶ τὸ ἀκόρεστον Ach.Tat.2.36.1.

III adv. -ως insaciablemente ὀπυίεσθαι AP 10.56 (Pall.)
c. gen. ἀ. ὕδατος ἔχειν Gp.15.9.2, cf. Eun.VS 456, ἀ. ἔχοντες τῶν παλαιῶν λόγων Them.Or.24.304d.