ἀκίσκλη, -ης, ἡ


cincel ἀκισκλῶν ... πρὸς χρείαν τὼν τοὺς στύλ[ους ἐ]ργαζ[ο]μένων λαξῶν BGU 1028.13, cf. 16 (II d.C.) (pero quizá l. ἀκίσκλων, de ἀκίσκλος, cf. BL 10.19).