εἰσπαίω
• Alolema(s): ἐσ- E.Rh.560


penetrar impetuosamente, irrumpir βοῶν γὰρ εἰσέπαισεν Οἰδίπους S.OT 1252, cf. Xenarch.1.3, εἰσπεπαικότων πάντων τῶν πολεμίων I.BI 4.67, c. εἰς y ac. Alex.90.5
c. ac. κρυπτὸν λόχον ἐσπαίσας E.l.c.