δυστῠχής, -ές


I 1infortunado, malhadado, desgraciado de pers., en sent. gener., Democr.B 286, E.Andr.6, Or.604, Ar.Ec.1103, Pl.Lg.832a, Thphr.Char.8.8, Men.Asp.418, I.AI 20.256, Ph.1.305, Aesop.49.3, Aristid.Or.25.24, Plu.2.474f, οἱ περιττοί (por causa de la envidia de los dioses), Arist.Metaph.983a1, de esclavos y prisioneros, D.S.3.13, Luc.Asin.24, δυστυχεστάτη γυναικῶν ἐγώ por causa del amor, X.Eph.2.11.2, ἔθνος Gr.Nyss.Flacill.480.2, c. εἰς y ac. εἰς ἅπαντα δ. ἔφυς E.Ph.1642, de abstr. βίος S.El.602, de una acción de guerra ἔργον τοῦτο ... τοῖς διαφθαρεῖσι δυστυχέστατον Th.7.87, αἱ πράξεις Antipho 2.1.10, πενία D.Chr.7.115, γενέσεις ... ταπειναὶ καὶ δυστυχεῖς Vett.Val.55.23
subst. τό δ. el infortunio A.Ch.913, πολλὰ ... δυστυχῆ muchos infortunios A.Th.339, τῶν τότε πολέμων τὸ δ. Lyd.Mag.3.44.

2 miserable, pervertido, depravado τίς οὖν οὕτως δ. ἐστιν ὅστις ἑαυτόν, γονέας ... εἴνεκα κέρδους βραχέος προέσθαι βουλήσεται; D.14.32, φύσει δυστυχεῖς D.14.34, op. εὐφυής Isoc.7.49, de algunos jóvenes ἠλίθιοι καὶ δυστυχεῖς D.Chr.35.8, ἔσθ' οὕτω τις ἄφρων ἢ δ., ὅτῳ ...; Aristid.Or.6.11.

II ominoso, fatídico, aciago κόραι δυστυχεῖς Νυκτός de las Erinis, A.Eu.791, ὁ δ. δαίμων S.El.1156.

III adv. -ῶς desgraciadamente πεπληγμένοι A.A.1660, τελευτήσας Pl.Lg.687e, cf. Gr.Naz.M.35.869B.