δυσαρεστία, -ας, ἡ


medic. malestar, indisposición Hierocl.in CA 11.25 (p.50), Heph.Astr.1.21.23
fig. ἄλυες ... καὶ νυσταγμοὶ καὶ διεκτάσεις καὶ χάσμαι δυσαρεστίαι ψυχῆς εἰσιν ἀβεβαίου Clem.Al.Paed.2.9.81.