διαψαμμόω


limpiar frotando con arena (τοὺς ἁρμούς) στερεοὺς ὑπὸ ξοΐδος διαψαμμ[ώ]σας SEG 38.801A.21 (Mitilene IV a.C.), cj. a ID 500A.9 (III a.C.).