διασσάω
• Alolema(s): át. -ττάω Pl.Sph.226b, IG 22.1672.60 (Eleusis IV a.C.)
• Morfología: [pas. perf. part. διεττημένος IG 22.463.83 (IV a.C.) (inscr.), διηττημένος Thphr.HP 3.18.5]


cribar, tamizar gener. con un cedazo:

a) tierra, esp. en arq. τοῖς τὴν γῆν βωλοκοπήσασι καὶ διαττήσασιν εἰς τὸν ἐπαγωγέα τοῦ τείχους IG 22.1672.60 (Eleusis IV a.C.), τὴν ἄμμον IG 22.1672.109, cf. 197 (Eleusis IV a.C.), γῆν διαττήσας καθαρὰν καὶ λείαν Pl.Ti.73e, en v. pas. πηλῷ ἠχυρ]ωμένῳ ... γῆς δι<η>ττημένης IG 22.463.83 (IV a.C.), cf. SEG 39.442.45 (Oropo IV a.C.);

b) sustancias minerales τῆς μολυβδαίνης τρίψας ὡς λειότατον, διαττήσας Hp.Vlc.21, en v. pas. τὴν ... βῶλον τὴν ἀργυρῖτιν ... κόπτεσθαι καὶ κοσκίνοις εἰς ὕδωρ διαττᾶσθαι que el terrón argentífero es machacado y tamizado en agua corriente Plb.34.9.10;

c) plantas trituradas en recetas κόπτειν δ' ἅμα σύμπαντα καὶ διαττᾶν χρὴ διὰ λεπτοτάτου κοσκίνου Gal.6.282, cf. 11.405, 13.627, Ruf. en Orib.7.26.97, en v. pas. τῆς ῥοῦ διηττημένης Thphr.l.c., διαττωμένων τῶν ἀλεύρων Aët.2.23
fig., en v. med.-pas. διασσηθέντος ἐνὶ σπλάγχνοισι λόγοιο una vez que mi argumentación se haya filtrado en tus entrañas Emp.B 4.3;

d) abs. Pl.Sph.226b, Cra.402c, Ael.Dion.δ 19, Poll.6.91, 7.22, EM 271.37G.
• Etimología: Prob. de *-τϜάω, rel. c. ai. titaü- ‘criba’.