δεῖρος, -εος, τό


1 cuello Γαιζῆται περὶ δείρεα χρυσοφορεῦντες Euph.65, cf. δέρη.

2 δεῖρος· λόφος. καὶ ἀνάντης τόπος Hsch., cf. δειράς.
• DMic.: de-wi-jo (?).