δεσμοφύλαξ, -ακος, ὁ


carcelero ἔθετο αὐτοὺς ἐν φυλακῇ παρὰ τῷ δεσμοφύλακι εἰς τὸ δεσμωτήριον LXX Ge.40.3, δήμιοι δὲ καὶ δεσμοφύλακες κατοχῆς καὶ λύπης εἰσὶ σημαντικοί Artem.3.60, cf. PTeb.777.5, 791.17 (ambos II a.C.), 188 descr. (II/I a.C.), BGU 1138.12 (I a.C.), Charito 8.8.2, I.AI 2.61, Act.Ap.16.23, CPR 7.6.3 (II d.C.), Luc.Tox.30, Peregr.12, Vett.Val.66.22, D.C.76.10.3, PWash.Univ.57.4 (VI d.C.).