δελεάζω


I 1colocar como cebo c. ac. νῶτον ὑὸς ... περὶ ἄγκιστρον Hdt.2.70.

2 proveer de cebo, cebar τὸ ἄγκιστρον ἰσχάδι el anzuelo con un higo Luc.Pisc.47
echar el cebo ἐπ' ἄλλους Luc.Pisc.48
tb. en v. pas., de un molusco δελεάζεται τοῖς σαπροῖς Arist.HA 535a8.

II fig. atraer, seducir, inducir c. ac. de pers. y dat. instrum. με νῦν δέκα ταλάντοισιν Hp.Ep.16, γραῦν ... λεπαστῇ Antiph.47, τοὺς ἀνθρώπους τῇ πραΰτητι τῆς ὄψεως Aesop.178, τιμῇ ... τὸν ἄνθρωπον Hdn.2.15.3, δελεάζοντες καὶ λυμαινόμενοι τὰ πλήθη κατὰ πάντα τρόπον Plb.6.9.6, (τὸ νήπιον) τῇ ποικιλίᾳ δ. τῶν προσφερομένων Sor.2.48.6
c. ac. ψυχάς 2Ep.Petr.2.14, τὴν διάνοιαν Aristid.Quint.55.19, ἀνθρώπους Plot.4.4.44, τοὺς ἀνδραποδώδεις Plu.2.210c, νέας ἐλεεινάς Iust.Nou.14 praef.
sólo c. dat. instrum. δώροις Longus 3.15.2, ἡδονῇ M.Ant.2.12
tb. en v. pas., de una hetera τοὺς δελεασθέντας πτωχοτάτους ἐποίει AP 10.50 (Pall.).