γλωσσαργία, -ας, ἡ
• Alolema(s): át. γλωττ- Luc.Lex.19


paro de lengua σιωπὴν καὶ γλωτταργίαν ... ἐπιβάλλει impone silencio y huelga de lengua Luc.Lex.19
op. πολυλογία silencio, reserva Clem.Al.Paed.2.6.52.