αὐτόθῐ


adv.

1 ref. al lugar en el mismo lugar, aquí según la posición relativa ahí, allí αὐτόθ' ἔασε κεῖσθαι Il.5.847, αὐ. ὀλέσθαι Il.3.428, ἔστι αὐ. σῆμα Hdt.1.93, cf. 2.44, αὐ. ἱδρύσασθαι Hdt.2.56, διὰ τὸν ἠέρα, ὅτι ἀκάθαρτος ... αὐτόθι γίγνεται Hp.Aër.6, cf. 15, ἔνεστιν αὐ. Ar.Eq.119, Πρωταγόρας αὐ. ἐστίν Pl.Prt.314b, ὅσα αὐ. ἐρρήθη Lys.23.11, μένειν αὐ. Plb.18.8.6, 30.5.1, αὐ. ... τέτακται τόπος Longin.16.1
c. prep. παρ' αὐ. Il.13.42, 23.147, 23.640, en función adjetival τοῖς αὐ. ἑταίροις E.Ep.5.56, ἐν τῇ αὐ. θαλάττῃ Plb.34.8.1.

2 ref. al tiempo en el mismo momento, inmediatamente τακεροὺς ποιήσεις ἐρεβίνθους αὐ. Pherecr.84, ἐπιμελεῖσθαι αὐ. IG 22.338.17 (IV a.C.), ἄπιστος γὰρ αὐ. κατηγορία Luc.Cal.24, αὐ. ἔσχεν ὁ Ἀντίνοος POxy.2721.21 (III d.C.), αὐ. ἀπέσχεν ἡ [Αὐρηλία POxy.2723.17 (III d.C.).