ἀφορίζω
• Alolema(s): jón. ἀπουρίζω Il.22.489


I 1c. suj. pers. delimitar, acotar, trazar las lindes de una propiedad o región ἄλλοι γάρ οἱ ἀπουρίσσουσιν ἀρούρας Il.l.c., ἐξελόντας αὐτὸ (τὸ ὄρος) τῷ θεῷ καὶ ἀφορίσαντας Hyp.Eux.16, τὴν πρὸς τὴν ἕω ... καὶ τὴν πρὸς ἑσπέραν Λιβύην ἀφορίζων D.S.1.37, ἀφώρισα ... ἀμπέλων πλέθρα πέντε Sitz.Wien.265(1).1969.8.3 (Lidia I d.C.), en v. pas. χώραν ... ὑφ' ἡμῶν ἀφορισθεῖσαν Isoc.4.36, ἄρουραι τέσσαρες ... ἵνα μοι ἀφορισθῶσι PFlor.319.9 (II d.C.), cf. PMich.Zen.106.11 (III a.C.), τὰ ἀφωρισμένα αὐτῇ (πόλει) los cotos de la ciudad e.d. los ejidos LXX Io.21.21
en v. med. delimitar en beneficio propio, apropiarse χώραν ὅτι πλείστην ἀφορίσασθαι Isoc.5.120
c. suj. no pers. demarcar, ser el límite τοὺς ὅρους ... ἀφορίζοντας τὸν Ἀσωπόν fronteras que llegan hasta el Asopo Pl.Criti.110e, ὁ ποταμὸς ... ἀφορίζει τὴν Ἰνδικήν D.S.2.37, cf. en v. pas., Pl.Criti.110d.

2 fig. designar, señalar, conceder τᾷ κάλλος ἀφώρισε Κύπρις ἐν ἀστοῖς IKyzikos 1.516.4 (II/I a.C.), μέτρα τῇ ἀλογίᾳ ἀφορίζειν Porph.Sent.32, c. indicación de la finalidad ἀ. εἰς τὸ ἔργον Act.Ap.13.2, o c. ella implícita ὁ ἀφορίσας με el que me designó para el apostolado Ep.Gal.1.15, en v. pas. ἡ (ἐπιμέλεια) πρὸς τὰς θυσίας ἀφωρισμένη Arist.Pol.1322b26, τῶν εἰς βασιλείαν ἀφωρισμένων τόπων D.S.1.30.1, τῶν ἀφωρισμένων αὐτῇ παρ' ἐμοῦ ἐν ... τῇ διαθήκῃ πραγμάτων PGrenf.1.62.11 (VI/VII d.C.), cf. PGen.inv.152.8 (VI d.C.) en ZPE 59.1985.72, c. pred. del suj. Παῦλος ... ἀπόστολος ἀφωρισμένος εἰς εὐαγγέλιον Ep.Rom.1.1
de escritos dedicar τρεῖς ἀφώρισεν πραγματείας τῇ περὶ τῶν στοιχείων διδασκαλίᾳ Olymp.in Mete.8.17, cf. en v. pas., 9.15.

3 determinar, perfilar, definir τὴν τέχνην αὐτοῦ τίνα ἀφορίσαντες Pl.Sph.240c, τὸ δὲ εἶδος καὶ τὸ γένος περὶ οὐσίαν τὸ ποιὸν ἀφορίζει Arist.Cat.3b20, cf. πῶς ἀφορίζετε ταύτην (τὴν Ἑλλάδα) Plb.18.5.7, τὸ τονιαῖον διάστημα πειρατέον ἀφορίσαι Aristox.Harm.27.15, cf. 21.6, en v. pas. ὥστ' οὐκ ἔσονται αὐτῶν αἱ ἀρχαὶ ἀριθμῷ ἀφωρισμέναι Arist.Metaph.1002b17, χρόνος ἀφωρισμένος un tiempo determinado Pl.Lg.785b, περὶ ... ἀφωρισμένων κρίνειν juzgar hechos concretos op. κρίσις περὶ καθόλου Arist.Rh.1354b8, cf. 1354a3, τινες ἀφωρισμένοι op. πάντες una clase social determinada Arist.Pol.1300a16, cf. 1292b4
precisar ἀγῶνα ... μηδὲν ἀφορίσας μήτε γυμνικόν μήτε μουσικόν (εἶναι) Pl.Lg.658a
definir desde el punto de vista fil., en v. med. ἐπιστεμόνως ζῶντα ... ἀφορίζεσθαι τὸν εὐδαίμονα Pl.Chrm.173e
c. or. complet. afirmar ἀ. ... ὡς οὐδὲν οὕτως ὡς τὸ γενναῖον πάθος Longin.8.4.

4 poner fin τὴν βίβλον ταύτην Plb.2.71.10, cf. en med., Isoc.15.58.

II 1poner aparte, expulsar de una ciu., comunidad, etc., sin cont., Hyp.Fr.232, μακάριοί ἐστε ... καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς Eu.Luc.6.22, de un leproso ἀφοριεῖ αὐτὸν ὁ ἱερεὺς ἑπτὰ ἡμέρας LXX Le.13.5, τοὺς ἀθέους ... ἀφορίσατε ἀπὸ τῶν πιστῶν καὶ τῆς ἐκκλησίας Const.App.6.18.1, cf. 8.28.3, τὸν μὲν ... ἀφώρισε τῆς ἰδίας μετουσίας Iren.Lugd.Haer.4.40.3
sacar afuera τὸ τῆς Ἀθηνᾶς ἕδος ὕπαιθρον ἀφώρισαν Clem.Al.Strom.5.5.28.

2 poner aparte, separar, excluir οὓς ἡμεῖς ἀφωρίσαμεν Pl.R.501d, οὔτε β[άρβα]ρος ἀφώρισ[ται δ'] ἡμῶν οὐδεὶς οὔτε Ἕλλην Antipho Soph.B 44.B 2.25, ἀποστὰς ἀπ' αὐτῶν ἀφώρισεν τοὺς μαθητάς Act.Ap.19.9, cf. Eu.Matt.13.49, D.C.36.42.1
en v. pas. γένος ... ἀπὸ τῶν ἄλλων χωρὶς ἀφωρισμένον Pl.Ti.24a, cf. Smp.205c, Sph.229c, Arist.Mete.339b10, 350b23, en v. med. ἀ. ... ἑαυτὸν τῶν παθῶν apartarse de las pasiones Clem.Al.Strom.2.20.108
reservar una cantidad de dinero τούτοις δὲ ἀφοριοῦμεν ὅθεν δήσει αὐτοῖς δίδοσθαι PMich.Zen.45.24 (III a.C.), en v. pas. τοῦ δ' ἐν δίκου (φόνου) ἄρχουσι μόνοις ἀφωρισμένου Const.App.7.2.8
fig. distinguir ἀφωρίσατε τοῦ ἡδέος τὸ ταύτῃ ἡδύ Pl.Hp.Ma.298d.

3 ofrendar ἀφορεῖς αὐτοῖς ἀφόρισμα ἔναντι Κυρίου LXX Ex.29.24, cf. Le.10.15, 14.12.