ἔξαρνος, -ον


gener. acompañado de εἰμί o γίγνομαι

I 1que niega ἔ. εἰμί, γίγνομαι negar διὰ τοῦτ' ἔ. εἶναι διανοεῖ Ar.Nu.1230, ὁ δὲ διὰ τέλους ἔ. ἦν Antipho 5.51, ἀντιλέγοντος ... καὶ ἐξάρνου ὄντος And.Myst.12, ὅπως μὴ δύναιντο ἔξαρνοι γενέσθαι Thphr.Char.18.5, cf. D.C.54.3.3, Fauorin.de Ex.20.52
c. dif. constr. que expresan lo negado: c. part. pred. del suj. οὐ γὰρ πώποτε ἔ. ἐγενόμην μαθών τι pues jamás he negado que aprendo cosas Pl.Hp.Mi.372c, c. inf. ἔξαρνοι εἶναι τὸ καλὸν μὴ καλὸν εἶναι Pl.Hp.Ma.288c
ἔ. εἰμί, ἔ. γίγνομαι c. μὴ e inf. negar que Hdt.3.67, Pl.Sph.260d, Ar.Pl.241, D.21.173, Polyaen.1.30.5, οὐκ ἔ. γίγνομαι μὴ οὐκ e inf. no negar que Luc.DMort.12.1, c. complet. ἔ. ἐγένετο ὡς οὐκ εἴη εἰρηκώς negó haber dicho D.34.49, c. ac. οὔθ' ὁμολογεῖν οὔτε ἐξάρνῳ εἶναι τὰ ἐρωτώμενα Pl.Chrm.158c, cf. Lys.3.27, SEG 48.120.8 (Atenas II d.C.), c. gen. τοῦ δὲ τρίτου (ταλάντου) ἔ. γίγνεται Isoc.21.3, ἔ. ἦν τοῦ φόνου I.AI 14.282, c. constr. prep. περὶ τῶν ... γεγραμμένων ἐν ταῖς συνθήκαις ἔ. γίγνεται D.23.176, cf. Aristid.Or.12.5, ἔ. μὲν ὑπὲρ οὐθενὸς ἦν τῶν ... εἰρημένων no negó nada de lo que había dicho D.H.7.34.

2 que deniega, denegador c. gen. ἔξαρνοι παρακαταθηκῶν denegadores de depósitos Ph.2.208.

II 1que se retracta ἔ. εἰμί retractarse ὥστε καὶ Σιλανὸν ἔξαρνον εἶναι καὶ λέγειν de forma que Silano se retractó y dijo Plu.Cat.Mi.22.

2 ἔ. γίγνομαι c. gen. renegar de τοῦ δόγματος ... ἔξαρνον γενέσθαι Cels.Phil.1.8a, c. ἀπό y gen. ἀπὸ τοῦ χωρίου ... καὶ τῆς γυναικὸς ἐγὼ ἔ. γέγονα A.Thom.A 146
abs., crist. renegar de la fe, apostatar Eus.HE 5.1.33.