ἔνδροσος, -ον


1 cubierto de rocío, húmedo εὐνή A.A.12, τέττιγες Str.6.1.9, πεδίον Str.12.3.15, χῶρος Dion.Byz.29, cf. Alciphr.4.13.6, Ael.NA 4.24, πέτραι Dsc.4.53, λειμῶνες Iul.Or.7.236a
gener. húmedo νάμασιν ὑδάτων ἐνδρόσους (πόλεις) I.AI 8.153, κατάγειον Chrys.Pasch.6.51.

2 húmedo, portador de rocío αὖραι Ph.2.292, ἀήρ Basil.M.31.173B, Hsch.ι 480.