ἑξακισχιλιοστός, -ή, -όν
• Alolema(s): -χιλιαστ- Theos.Tub.2


seismilésimo ἔτος Meth.Creat.12.2, Theos.Tub.l.c., cf. Io.Mal.Chron.10.229
subst. τὸ ἑξακισχιλιοστόν la seismilésima parte τῆς μονάδος Ps.Dioph.5.5.