ἐμπυΐσκω


medic.

1 supurar internamente σπλὴν ..., ἢν δὲ καὶ ἐμπυΐσκῃ Aret.SD 1.14.2
en v. med. mismo sent. τὸ ὀστέον ἐμπυΐσκεται Hp.VC 2, μὴ γενόμενος δὲ ὑγιὴς τῇ ἑβδόμῃ ... ἄρχεται ἐμπυΐσκεσθαι Hp.Morb.3.16, cf. Prog.15.

2 favorecer la supuración, hacer supurar (καταπλάσματα) ξηραίνει μέν, οὐ μὴν ἐμπυΐσκει Gal.11.729.