ἄμισθος, -ον
• Alolema(s): cret. adv. ἀμίστς ICr.2.5.1.7 (Axos, Creta)


I gener. de pers. que no cobra, que no recibe sueldo o paga ξένος S.Fr.829, ἀμίσθων γὰρ οὐχ οἷόν τε ἄρχειν no es posible gobernar sobre personas que no cobran Arist.Oec.1344b3, χαλεπὸν ἐκκλησιάζειν ἀμίσθους es difícil que se reúnan en asamblea personas que no cobran por ello Arist.Pol.1320a18, ἐπιστάτας ἀ. Lindos 224.35 (II a.C.), ἀφωντεῖ ἀμίσθῳ BGU 1249.4 (II a.C.), παρὰ Ποκᾶτος ... φιλακείτου (sic) ἀμίσθου PGrenf.1.38.3 (II/I a.C.), ἡγεμών IG 12(3).7 (Sime I a.C.), διδάσκαλος Plu.2.90a, στρατιῶται Plu.Tim.1, πέντε ἱππέας παρέξειν ἀσίτους καὶ ἀ. Luc.Tox.48, τοὺς μὲν ὀλιγομίσθους τοὺς δὲ καὶ παντελῶς ἀμίσθους γεγονότας D.C.Epit.Xiph.76.10.5, σύμμαχοι Synes.Ep.5
tb. de colect. o similar τὰς δ' ἀρχὰς ἀμίσθους ἄρχειν Arist.Ath.29.5, ἄ. ὁ δῆμος καὶ ἡ βουλὴ τὰ δικαστήρια D.24.99, ἄ. τὸ στράτευμα D.49.13, Theopomp.Hist.291
tb. de abstr. o cosas no pagado ἀοιδά del canto del coro adivino, A.A.979, εἰρεσίη AP 9.88 (Phil.)
fig. gratuito λύπη δ' ἄμισθός ἐστί σοι ξυνέμπορος es para ti el dolor compañero de viaje gratuito A.Ch.733.

II 1que no paga, sin pagar ἄμισθον, ἀξύμβολον εἰσεδεξάμην Luc.DMeretr.12.1, ἐνοικεῖν ἀμίσθῳ ἐν οἴκῳ vivir en una casa que no paga alquiler, BGU 895.23 (II a.C.).

2 fig. de la oración infructuoso ἵνα μὴ ἄμισθον εὑρεθῇ τοῖς χρωμένοις τὸ χρῆμα Cyr.Al.M.72.853B.

III adv. -ς sin cobrar πέντ' ἀμέρας Ϝεργακσά[μενο]ς τᾷ πόλι ἀμίστς ICr.l.c.