ἄμετρος, -ον


I 1inmoderado, desmesurado, enorme, excesivo εὐδέτω δ' ἄμετρον κακόν duérmase la enorme desgracia Simon.38.22, ἀμέτροισιν ἐπιθυμίῃσιν ὁδεύων caminando con enormes deseos Hp.Ep.17 (p.360), ἡδονῆς ... οὐδὲν τῶν ὄντων ... ἀμετρῶτερον nada más inmoderado que el placer (op. ἐπιστήμης ἐμμετρώτερον) Pl.Phlb.65d, τὸ μέτριον τοῦ ἀμέτρου πλέον ἡγήσατο Pl.Lg.690e, ἀνέμων τε καὶ ὑετῶν ... οὐκ ἐξαισίων οὐδὲ ἀμέτρων Pl.Epin.979a, τὰ ἄμετρα op. τὰ μετρητά Pl.Lg.820c, τὸ δὲ πλῆθος ἄμετρον ὁρῶντες viendo que era enorme la muchedumbre X.An.3.2.16, γαστρὸς ἀμέτρου τράπεζα inmoderada comilona X.Ep.1, ἄ. ἐξουσία τῶν ἐγλογιστῶν excesivo abuso de poder de los recaudadores, OGI 669.51 (I a.C.), ζῆλοι AP 16.137 (Phil.), (ὁ χρυσός) μὴ ἄ. μηδὲ πολύς Artem.2.5, λάβρου ὄντος τοῦ πνεύματος, ἀμέτρου Poll.1.111, ἡ ὁρμή D.C.38.45.5, cf. Ph.2.348
neutr. como adv. ἄμετρα θυμοῦσθαι irritarse sobremanera Babr.11.10, ἄμετρα λακτίζων coceando brutalmente Babr.129.3, cf. tb. Epicur.Fr.[37] 20.8.

2 plu. innumerable πότοι borracheras Critias B 6.28, δαρεικοί X.Cyr.5.2.7, ἔτη ISestos 58.7 (I a.C.), μύρμακες ἀνάριθμοι καὶ ἄμετροι Theoc.15.45, λειτουργίαι POxy.2664.4 (III a.C.).

II 1desproporcionado, desordenado, sin medida ἄμετρον ... σῶμα cuerpo desproporcionado Pl.Ti.87e, ψυχή Pl.Sph.228d, τὸ ... καλὸν οὐκ ἄ. Pl.Ti.87c, γίνεται ἄ. ἡ σύνθεσις resulta desproporcionada la composición Demetr.Eloc.4, οὐκ εἰς τὰ ἄμετρα καυχησόμεθα, ἀλλὰ κατὰ τὸ μέτρον τοῦ κανόνος 2Ep.Cor.10.13, cf. 15, πᾶν ἄρρυθμον καὶ ἄπειρον καὶ ἄ. ἐποίησεν Plu.2.429a
tb. desigual ἀμετροτάτην τὴν εἰς ἄνισα τῶν παραλλήλων ποιοῦνται τομήν Cleom.1.7.37.

2 en prosa op. ἔμμετρος Arist.Po.1451b1, D.H.Comp.8.21.

3 métricamente incorrecto τὸν πρώτον ... τῶν στίχων ἄμετρον ἐξενεγκών Plu.2.80d, ἄμετρον ποιῶν τὸν στίχον Sch.Il.2.520, nouum genus pedum est et ipsum ametron del saturnio, Charis.288
no modulado, no rítmico ἕξις Pl.Ti.47d.

III bot. zarza, zarzamora, Rubus Sp., Ps.Dsc.4.37.

IV adv. -ως

1 excesiva, desmesuradamente, sin medida οὐκ ἀνδρὸς τὸ ἀμέτρως ἐπιθυμεῖν Democr.B 70, cf. Pl.Phd.86c, Clit.407c, Ti.53a, X.Cyr.1.6.34, Lac.1.5, Plu.2.136a, Thd.Pr.16.26, Alex.Aphr.Pr.1.16.

2 no conforme al metro, no métricamente ἐν ἰαμβείῳ κείσεται οὐκ ἀ. Critias B 4.4
en prosa ἀνεφθέγξατο ἀ. Poll.1.19.