ἀτῠχία, -ας, ἡ
• Alolema(s): jón. -ίη Hp.Fract.25, Aret.SD 1.5.8


I 1infortunio, mala suerte πῶς ἄν τις ἀτυχίαν ῥᾷστα φέροι; D.L.1.36 (= Thal.A 1.36), οὐκ ἔστιν οὐδὲν ἀτυχίας ἀνθρωπίνης παραμύθιον ... Amphis 3, ἐλεήσαντας τὴν ἀτυχίαν μου Antipho 2.2.13, ἐπὶ φίλων ἀ. X.Mem.3.9.8, ἀ. τῆς πόλεως Aeschin.3.131, τοσαύτη τις ἀτυχία ἐστι περὶ ἡμᾶς D.57.33, εὐτυχία καὶ ἀ. Arist.EN 1124a14, cf. Plu.Cor.35, D.Chr.3.21
contratiempo, accidente οὐ γὰρ οἴονται ... τὴν ἀνάψυξιν τοῦ ἕλκεος αἰτίην, ἀλλὰ ἄλλην τινὰ ἀτυχίην Hp.l.c.

2 fracaso, falta de éxito en la guerra πρὸ τῆς ἀτυχίας τῆς ἐν Ἑλλησπόντῳ Isoc.12.99, μεμισηκὼς τὴν περὶ Σικελίαν ... ἀτυχίαν Pl.Ep.350d
fracaso en obtener algo c. gen. τῆς κούρης Aret.SD l.c.

3 euf. delito, infamia τὸν εἰς τὰς δεινοτάτας ἀτυχίας ἐμβεβληκότα τὴν πόλιν Din.1.77, οὐδὲν ἂν αὐτῷ συνεξέδραμε τοιαύταις ἀτυχίαις παλαίοντι Plb.12.13.5.

II carencia c. gen. πάντων ἐν ἀτυχίᾳ ὧν χαρίζοιτ' ἂν ὁ νόμος I.AI 19.195.