ἀττικιστής, -οῦ, ὁ


aticista, que escribe o habla al modo ático ὥσπερ Ἀττικούς τινας ὀνομάζομεν, ἑτέρους δὲ Ἀττικιστάς Iambl.VP 80, Εἰρηναῖος ὁ ἀττικιστής EM 527.55G.