ἀστρᾰβής, -ές


1 no torcido, derecho, recto Ἕκτορα ..., Τροίας ἄμαχον ἀστραβῆ κίονα Pi.O.2.82, αἱ γένυες Hp.Art.31, ὁ τρίγωνος Pl.Ti.73b, σῶμα Arist.Pol.1336a12, βάσεις IG 7.3073.104 (Lebadea II a.C.), de la madera, Thphr.HP 3.9.2, 5.1.11, cf. Hsch.
rígido ὁ ἄνθρωπος Aret.SA 1.6.1
fig. fijado, establecido τὸ μέλος Aristox.Harm.53.3, Plu.2.3e, κανών Plu.2.780b.

2 adv. -ῶς sin torcerse γράφοντα ... ἀ. Ael.NA 2.11, cf. Poll.6.205.
• Etimología: Rel. στραβός, στρεβλός q.u. c. ἀ- privativa.