ἀρχίχορος, -ου, ὁ


director del coro en cierto culto τᾶς τε Ἀρτέμιδος καὶ Ἀπόλλωνος Μαλ<όε>ντος ἀρχίχορον IG 12(2).484.20 (Mitilene, imper.); cf. ἀρχέχορος.