ἀποπολιτεύω


separarse o desligarse políticamente εἰ δέ κα ἀποπολιτεύωντι Πηρεῖς ἀπὸ Μελ[ι]ταέων IG 9(2)205.16 (Melitea)
en v. med. mismo sent. μὴ ἐξέστω δὲ ἀποπολιτεύσασται (sic) τοὺ[ς] Μεδεωνίους ἀπὸ τῶν Στιρίων IG 9(1).32.55 (Estiris).