ἀποκαθαρτικός, -ή, -όν


que limpia, purifica τῶν ψυχῶν Iambl.Myst.2.5, τῶν ἐνηρεικότων στομάχῳ καὶ κοιλίᾳ χολωδῶν Dsc.3.23, τὸ δὲ ῥυπτικὸν τῶν πόρων καὶ ἀποκαθαρτικὸν ἁλμυρόν Thphr.Sens.84.