ἀποδυσπετέω


1 intr. desistir ἐν τούτοις γὰρ ἀποδυσπετοῦσιν οἱ ἀποκρινόμενοι πολλάκις Arist.Top.163b19, περὶ αὐτὴν τὴν ἐπιθυμίαν Plu.2.502e, πρὸς τὸ μέγεθος Luc.Rh.Pr.3
perder la esperanza ἀ. ἐπὶ τοῖς ἁμαρτήμασι τοῦ λαοῦ Clem.Al.Strom.3.16.100, abs. Plb.33.17.2, M.Ant.4.32.

2 lamentar σχέτλια ... ἀ. Alciphr.3.42.2, cf. Hsch.