ἀνάθρεψις, -εως, ἡ
• Morfología: [gen. -ιος Hp.Aph.1.3]


medic. restablecimiento, recuperación ἵνα πάλιν ἀρχὴν ἀναθρέψιος λαμβάνῃ τὸ σῶμα Hp.l.c., τὰ μόρια τοῦ σώματος ἄτροφα ... καὶ ἀναθρέψεως δεόμενα Gal.2.103.