ἀντιπέττομαι
• Morfología: [3.a sg. aor. subj. pas. ἀντιπεφθῇ]


digerir completamente πότερον διὰ τὴν ὑπόλειψιν τῆς συντήξεως, ἕως ἀντιπεφθῇ; Arist.Pr.884a2.