ἀνεξαπατησία, -ας, ἡ


infalibilidad, imposibilidad de errar τρίτος (τόπος) ἐστὶν ὁ περὶ τὴν ἀνεξαπατησίαν καὶ ἀνεικαιότητα Arr.Epict.3.2.2.