ἀνειλιγμένως


adv. sobre el perf. pas. de ἀνελίσσω expresamente ὁ ὁρισμός, ἀνειλιγμένως ἕκαστον τῶν ὑπαρχόντων τῷ πράγματι σημαίνει Phlp.in Ph.20.5, cf. Herm.in Phdr.136, Anon.Incred.21.