ἀναπάρτιστος, -ον


incompleto ἐλλιπῆ μὲν οὖν ἐστι τὰ (λεκτὰ) ἀναπάρτιστον ἔχοντα τὴν ἐκφοράν Chrysipp.Stoic.2.58
de pers. imperfecto Ign.Phil.5.1.