ἀνακεφαλαιωτικός, -ή, -όν


1 recapitulador ὁ οὐκοῦν καλεῖται ... πρὸς δ' ἑτέρων ἀνακεφαλαιωτικός A.D.Coni.257.19
subst. τὸ ἀνακεφαλαιωτικόν resumen D.H.Lys.19.

2 adv. -ῶς sumariamente Eust.1579.4.