ἀμέγαρτος, -ον


1 de pers. desventurado, digno de lástima ἀ. συβῶτα Od.17.219, 21.362, ποίμνα A.Supp.642, ἀμεγάρτων φῦλ' ἀνθρώπων h.Merc.542, ἀμέγαρτε AP 5.280 (Agath.).

2 de cosas lamentable, espantoso πόνος Il.2.420, ἀϋτμή Od.11.400, πάθος Ar.Th.1049, cf. ἀμέγαρτα γὰρ τάδε A.Pr.402, ἀμέγαρτα κακῶν E.Hec.192, ἄχος A.R.3.631, ἀνάγκη Orph.A.12, δύη Orph.A.1065, ἄγρη Opp.H.4.412, κρέα AP 11.60 (Paul.Sil.).