ἀμορίτης, -ου
• Alolema(s): sicil. ἀμορβίτης Ath.646f; ἀμοργίτης (ἀμορϜ-) Hsch.; ἀμυρίτης Aq., Sm.2Re.6.19


bollo, pastel Ath.646f, Aq., Sm.l.c., Hsch.
adj. cocido con miel, dulce ἄρτος LXX 1Pa.16.3, (cf. ἀμόρα).