ἀκράχολος, -ον


1 irascible, de mal genio de pers., Ar.Eq.41, Pl.R.411c, ἀ. καὶ κυνώδης πρὸς ἅπαντας Phld.Lib.3b.4, tb. ἤθη Pl.Lg.791d, Ph.1.389, de anim. κύων ἀ. Ar.Fr.608, μέλισσα Epin.1.7.

2 espinoso ἀχέρδου τῆς ἀκραχολωτάτης Pherecr.174.

3 altamente excitado ὑπαὶ δείους Theoc.24.61, cf. ἀκρόχολος.